 Jimi Hendrix
"Are You Experienced"
Label: MCA
Year of Release: 1967
Κάπου στα μέσα του 1965,ένας νεαρός αφροαμερικανός έκλεινε πίσω του την πόρτα της ιστορικής 101ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας, μετά από μια σύντομη καριέρα ως απείθαρχος και τεμπέλης φαντάρος, που, προφανώς, δεν ήταν κομμένος για να γίνει στρατιωτικός. Ο Jimi Marshall Hendrix από τον ένα χρόνο που πέρασε στο Fort Campbell του Kentucky, κράτησε μονάχα τον ήχο του αέρα κατά την πτώση με το αλεξίπτωτο και την απέχθειά του για τη στρατιωτική πειθαρχία και τους αυστηρούς κανονισμούς. Μαζί με έναν φίλο από το στρατό, μετακόμιζε στην Clarksville και έφτιαχνε το πρώτο του συγκρότημα (The King Kasuals).
Οι King Kasuals ήταν το όχημα που θα τον οδηγούσε βαθιά μέσα στην μπλούζ σκηνή του Tennessee. Παίζοντας σε μικρά, σκοτεινά clubs, και αφομοιώνοντας τη σκηνική παρουσία που απαιτούσαν οι θαμώνες εκείνη την εποχή, ο Hendrix συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό του τεχνικές και τρικς που θα ήταν χαρακτηριστικές του για τα επόμενα χρόνια, όπως το παίξιμο με τα δόντια, το σολάρισμα πίσω από την πλάτη, το βάδισμα της πάπιας του Chuck Berry και άλλα κόλπα των μουσικών του δρόμου της εποχής που για τους έγχρωμους θαμώνες των clubs ήταν, τότε must, αλλά θα ενθουσίαζαν και θα εξίταραν το λευκό κοινό που θα τον παρακολουθούσε χρόνια αργότερα. Επί δύο χρόνια, και γυρνώντας ολόκληρο το Tennessee, ο Hendrix και η παρέα του έβγαζαν τον επιούσιο παίζοντας σε διάφορα μέρη αλλά και υποστηρίζοντας θρύλους της σκηνής όπως οι Sam Cooke, Slim Harpo, Chuck Johnson και Tommy Tucker. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του βορειότερα και κατέληξε στη Νέα Υόρκη όπου και συνέχισε να παίζει σε ανάλογα σκοτεινά clubs μέχρι που συνάντησε τον Little Richard και ενσωματώθηκε στην μπάντα του με το όνομα Maurice James. Αυτή η συνεργασία ήταν σχολείο όχι μόνο για τον Hendrix αλλά και για τον ίδιο το Richard αφού αποδείχθηκε ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τη νέα φλογερή γενιά της blues. Μετά από πολλούς καυγάδες που ξεκινούσαν από τον αλλοπρόσαλλη ενδυματολογική φιλοσοφία του Hendrix και κατέληγαν στην εκρηκτική του σκηνική παρουσία, που επισκίαζε θέλοντας και μη το Little Richard, ο Jimi αποχώρησε (η απολύθηκε) από την μπάντα και περνώντας ένα διάστημα με τον Ike και την Tina Turner κατέληξε στους περίφημους Isley Brothers όπου και έλαβε το βάπτισμα του πυρός στο studio και τη δισκογραφία συμμετέχοντας στην ηχογράφηση του Testify. Γνωρίστηκε με τον Curtis Knight και συμμετείχε στην μπάντα του και ταυτόχρονα συνεργάστηκε με περισσότερους σημαντικούς μουσικούς της εποχής όπως οι Jimmy Norman και Billy Lamont, οι Icemen. Κατέληξε στη δημιουργία της δεύτερής του μπάντας Jimmy James and the Blue Flames παίζοντας στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης. Ήταν όμως ώρα να προχωρήσει παραπέρα. Στα 1966 ή τότε φίλη του Keith Richard, Linda Keith τον συνέστησε στους μάνατζερς των Rolling Stones Andrew Oldham και Seymour Stein. Όπως όλοι οι καλοί managers, σε μία επίδειξη αλαζονείας και αδιαφορίας, τον απέρριψαν. H Keith τότε, τον πρότεινε στον Chas Chandler (πρώην, πλέον μπασίστα των Animals) και αυτός τον έβαλε να ηχογραφήσει μι διασκευή του Hey Joe των Leaves. Ξετρελαμένος με τον τρόπο που ο Hendrix προσέγγισε το κομμάτι, τον γνώρισε στον Pete Townshend και τον Eric Clapton. Με προτροπή του Chandler, ο Clapton που είχε μόλις δημιουργήσει τους Cream τον προσκάλεσε να συμμετέχει σε ενα live των Cream, τζαμάροντας στο Killing Floor. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Chandler τον βοήθησε να φτιάξει την περίφημη Jimi Hendrix Experience band με τον Noel Redding στο μπάσο και τον Mitch Mitchell στα drums. Η πρώτη περιοδεία στην Ευρώπη ήταν καταιγιστική. Μετά την τεράστια απήχηση του show στο περίφημο Olympia Theatre του Παρισιού μαζί με τους Cream, την εμφάνιση στο Ready, Steady, Go και στο Top Of The Pops του BBC, το Λονδίνο αλλά και η υπόλοιπη Ευρώπη άνοιγαν πύλες για να υποδεχθούν το νέο ταλέντο της blues μουσικής που τράβαγε σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον των μεγάλων Ευρωπαίων μουσικών όπως ο Eric Clapton, ο Jeff Beck, οι Beatles και οι Who. Υπογράφοντας στην Track Records, κυκλοφορεί το Δεκέμβριο του 1966 σαν πρώτο single to Hey Joe με backside το Stone Free σε παραγωγή του Chas Chandler και μέσω της Polydor , όμως (που είχε αναλάβει εξαρχής τη διανομή), καθώς η Trak είχε προβλήματα τόσο διανομής όσο και εσωτερικής λειτουργίας. Το Μάρτιο του 1967 κυκλοφορεί με την ετικέτα της Trak, πλέον, τα Purple Haze/51st Anniversary και τα the Wind Cries May και Highway Chile το Μάιο του ιδίου έτους. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων των singles, o Jimi ηχογραφεί και το υπόλοιπο υλικό που θα έντυνε το πρώτο τους album, σε παραγωγή Chas Chandler και Eddie Kramer (μηχανικό ήχου στα Olympic Studios). Όπως συνήθως γινόταν εκείνη την εποχή, το album κυκλοφόρησε το Μάιο του 1967 στην Αγγλία χωρίς τα τρία singles. Η επιτυχία ήταν σαρωτική σε ολόκληρη την Ευρώπη και το album έφτασε το Νο2 του Βρετανικού chart πίσω από το Sergeant Pepper’s Lonely Heart Club Band. To album κυκλοφόρησε στην Ευρώπη μέσω τριών διαφορετικών εταιριών. Την αναδημιουργημένη Trak Records που χρησιμοποίησε το αυθεντικό εξώφυλλο με μία φωτογραφία του Bruce Fleming, την ανεξάρτητη Barclay Records στη Γαλλία που χρησιμοποίησε ένα εντελώς διαφορετικό εξώφυλλο, με ψυχεδελικά χρώματα να περιστοιχίζουν τον Hendrix, και την Polydor σε Γερμανία, Ισπανία και Αγγλία. Οι τρείς τελευταίες εκδόσεις χρησιμοποίησαν το αυθεντικό εξώφυλλο, αλλάζοντας χρώματα στις γραμματοσειρές. Επίσης κυκλοφόρησαν σαν stereo αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά επεξεργασμένες εκδόσεις του αυθεντικού μονοφωνικού υλικού. Η Γαλλική βερσιόν πρόσθεσε μία τελεία μετά το ερωτηματικό (Are You Experienced?.). Στη Νότιο Αφρική το album κυκλοφόρησε σε μονοφωνική έκδοση με ένα απλό, κόκκινο εξώφυλλο με τον τίτλο και το όνομα της μπάντα, αλλά χωρίς φωτογραφίες του Hendrix, πιθανόν και λόγω του Απαρτχάιντ. Στην Ιαπωνία, Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία, όπως και στην Ελλάδα και άλλες χώρες, το album κυκλοφόρησε από τους κατά τόπους αντιπροσώπους, σε τοπικές κοπές, σαν μονοφωνική έκδοση με το αυθεντικό εξώφυλλο. Το album κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και τον Καναδά μόλις τον Ιούνιο του 1967 και αμέσως μετά την εμφάνιση του Jimi στο περίφημο Monterey Festival, από την εκεί εταιρία του Reprise Records, αλλά με αρκετές αλλάγές. Το αυθεντικό Βρετανικό εξώφυλλο άλλαξε και ένα πιο ψυχεδελικό σχέδιο πήρε τη θέση του, με φωτογραφίες του Karl Ferris (ο οποίος φωτογράφησε την μπάντα και στις τρεις αμερικανικές εκδόσεις των albums του Jimi). Αυτές οι εκδόσεις βρήκαν το δρόμο τους είτε σε μορφή βινυλίου είτε σε μορφή CD, σε ολόκληρο τον κόσμο τότε και αργότερα.. Επίσης τα Red House, Can You See Me και Remember αφαιρέθηκαν προκειμένου να συμπεριληφθούν τα Βρετανικά hit singles και η όλη σειρά των κομματιών άλλαξε. Ατή τη φορά ο ίδιος ο Hendrix ανέλαβε να ορίσει τη σειρά των κομματιών αλλά παρά την επιθυμία του, το Red House τελικά αφαιρέθηκε με τη δικαιολογία “η Αμερική δεν αγαπά τα blues”. Κυκλοφόρησε σε πραγματικό stereo ενώ αργότερα κυκλοφόρησε σε έκδοση που περιείχε τόσο την μονοφωνική όσο και την stereo έκδοση. Η επιτυχία της έκδοσης αυτής ήταν τέτοια, που η κυκλοφορία του δεύτερου album Axis:Bold As Love καθυστέρησε για έξι εβδομάδες. Παρά ταύτα, το ντεμπούτο album δεν θα έφτανε στο Νο 5 του chart παρά τον Οκτώβριο του 1968 και αφού το Axis είχε ήδη κυκλοφορήσει από τον Φεβρουάριο του 1968! Το album κυκλοφόρησε πρώτη φορά σε CD από την Reprise στην ίδια μορφή με την αυθεντική Stereo βερσιόν για τις ΗΠΑ ενώ στην Ευρώπη κυκλοφόρησε σε μία μερικώς remixed έκδοση της πρώτης Βρετανικής έκδοσης με την εξαίρεση του Red House που δεν είχε ποτέ μιξαριστεί σε stereo, και του Remember για το οποίο προτιμήθηκε η εκτεταμένη mono/stereo βερσιόν από τις Ευρωπαϊκές εκδόσεις του 1967. Η επανακυκλοφορία της MCA το 1993, είχε τα κομμάτια σε χρονολογική σειρά με πρώτα τα singles του 1967 (χρησιμοποιώντας τις stereo εκδόσεις της Reprise) και το αυθεντικό track list της πρώτης Βρετανικής έκδοσης. Μετά την επανάκτηση των δικαιωμάτων των κομματιών από τον πατέρα του Jimi, Al Hendrix, το album επανακυκλοφόρησε το 1997 από την Universal παγκοσμίως, σε νέο remaster συμπεριλαμβάνοντας στην έκδοση τα κομμάτια που έλειπαν τόσο από την αμερικανική όσο και από την βρετανική έκδοση. Ενώ η ποιότητα του master ήταν άψογη σε αυτήν την έκδοση, σημειώθηκαν πολλά παράπονα για σπασίματα του ήχου και διάφορα άλλα ηχητικά παράσιτα. Η έκδοση βινυλίου της εποχής δεν περιείχε κανένα από αυτά τα φαινόμενα. Η εποχή του Jimi Hendrix άρχιζε πανηγυρικά εκείνο το Δεκέμβριο του 1966 για να τελειώσει απότομα και τραγικά τέσσερα χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1970, αφήνοντας στην ιστορία ένα ακόμα θύμα της show business της δεκαετίας του 1960 που θα ακολουθούσαν πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες ακόμη. Με αυτό το πρώτο του album ο Hendrix παρουσίασε στον κόσμο μια νέα αντίληψη περί του πως θα έπρεπε να παίζονται τα blues στη σύγχρονη εποχή της μουσικής επανάστασης. Όταν η Ευρώπη ανακάλυπτε την πατρογονική μουσική των μαύρων και της έδινε τη θέση που της άξιζε στο παγκόσμιο στερέωμα, αυτός ο νεαρός κιθαρίστας, έπαιρνε τη μουσική των προγόνων του, την πέρναγε από τη μηχανή του κιμά, την έντυνε μέσα σε ένα πολύχρωμο ψυχεδελικό χαλί από πρωτάκουστους κιθαριστικούς ήχους, ανέβαζε την έντασή της στο άπειρο και την έδινε πίσω αγνώριστη και φρέσκια σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργήσει ένα νέο κύμα pop-folk μουσικής που κατέκτησε τον κόσμο και έγινε παγκόσμια, με αυτόν τον ήχο και με αυτή τη νέα προσέγγιση, τοποθέτησε, για πρώτη φορά, και σε κάθε ευρωπαϊκό και αμερικανικό μουσικό συγκρότημα, τον κιθαρίστα στη θέση που είχε σε κάθε φυσιολογικό blues σχήμα. Στο κέντρο της σκηνής. Καθιστώντας τον εαυτό του ως τον πρώτο guitar hero της pop μουσικής δημιούργησε μια παράδοση που έμελλε να ξεφύγει από τα στενά όρια της blues μουσικής και να επηρεάσει τόσα άλλα είδη, από τις πιο συγγενείς folk αμερικανικές μπάντες, μέχρι τα πρώτα ευρωπαϊκά hard rock και heavy metal σχήματα. Μέσα στα τέσσερα αυτά χρόνια, ο εκάστοτε κιθαρίστας, έβλεπε τον εαυτό του σαν κεντρικό θέμα μέσα στην μπάντα του και οι μέχρι τότε vocal based μπάντες ανακάλυψαν το παρωχημένο, πλέον, του σχηματισμού τους. Αλλά και από την άλλη πλευρά, αυτήν του αμερικανικού, πρωτογενούς blues τα πράγματα έμελλε να αλλάξουν. Οι παλιότεροι κιθαρίστες άλλαξαν τακτική και πρόσθεσαν μπρίο και στυλ στην εμφάνισή τους, ο δε νεώτεροι ακολούθησαν ακόμα πιο πιστά και με αποκορύφωμα τον Luther Allison ( που χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση των blues στον Jimi Hendrix) εξέλιξαν αυτήν την πατροπαράδοτη σκηνική παρουσία των clubs του Tennessee και τις φιγούρες με την κιθάρα, από απλό τσίρκο σε πραγματικό και αναπόσπαστο μέρος της μουσικής τους. Ο Jimi Hendrix ήταν, πράγματι, μαζί με τον Chuck Berry, η πιο σημαντική επιρροή για κάθε νεαρό μουσικό που αποφάσιζε να γράψει τα δικά του blues και rock ‘n roll κομμάτια. Και αν στον Chuck Berry οφείλεται η επανάσταση της βρετανικής σκηνής της δεκαετίας του 1960 και η δημιουργία του παγκόσμιου rock κινήματος των επόμενων δεκαετιών, τότε στον Jimi Hendrix οφείλει ο κάθε ένας κιθαρίστας από τότε μέχρι και ποιός ξέρει πότε ακόμα, τον τρόπο που βλέπει την κιθάρα του ως όργανο και ως μέσο έκφρασης. Jimi Hendrix: μερικά επιπλέον στοιχεία Chart Position and Album Awards: # 2 UK Chart May 1967 # 15 - Rolling Stone Magazine 500 Greatest albums of All Times. (2003) # 5 – Rolling Stone Magazine Best Albums of the last 20 years (20th Rolling Stone Magazine Anniversary Edition, 1987) # – VH1 Greatest Albums of All Time (2001) Vibe’s 100 Essential Albums of the 20th Century (1999) # 29 – NME Greatest Albums of All Times (1993) Also Included in the Book “1001 Albums You Must Hear before You Die” Chart Positions and song awards: 1.Hey Joe (The Leaves)/Stone Free (J. Hendrix) Dec ‘66 UK/May ‘67 US Top-10 Worldwide Hit #198 – 500 Greatest Songs Of All Time Rolling Stone Magazine 2.Purple Haze (J. Hendrix)/51st Anniversary (J. Hendrix) Mar ‘67 UK/June ‘67 US # 3 UK Chart #65 US Chart #1 Guitar Tracks Q magazine #17 - 500 Greatest Songs Of All Time Rolling Stone Magazine 3.The Wind Cries Mary (J. Hendrix)/Highway Chile (J. Hendrix) May 1967 UK/US Top-10 Worlwide Hit #370 - 500 Greatest Songs Of All Time Rolling Stone Magazine Covers: Are You Experienced:
Devo (Shout, 1984) Manic Depression:
Carnivore (Retaliation, 1987) Blood Sweat & Tears (Live In Halifax, 2006) Defunkt (Heroes, 1990) Yngwie Malmsteen (Inspiration, 1996) Seal (Stone Free Tribute, 1993) Styx (Big Bang Theory, 2005) Stevie Ray Vaughan (SRV Box Set, 2000) Fire:
Red Hot Chilipeppers (Mother’s Milk, 1989) Phish – (Live Phish Vol.11, 1997) Alice Cooper – (Love’s A Loaded Gun single, 1991) Purple Haze: Robert Randolph And The Family Band (Power of Soul, 2004) Jaco Pastorius (Live) The Cure (Join The DotsB’ Sides & Rarities, 2004) Dion (Dion, 1968) Mahogany Rush (Live, 1978) Buddy Miles (In From the Storm, 1995) Ozzy Osbourne (Prince Of Darkness, 2005) Paul Rodgers (Hendrix Set, 1993) 3rd Stone From the Sun:
Pat Metheny (With Jaco Pastorius Live) Stevie Ray Vaughan (Soul To Soul bonus track, 1990) The Space Cowboys (Locked ‘n Loaded, 1992) Gypsy (Velvet Groove, 2001) The Wind Cries Mary:
Sting with John McLoughlin (In From the Storm, 1995) Richie Sambora (Stranger In This Town, 1991) Graham Bonnet (Underground, 1998) Jack Bruce (Can You Follow, 2008) Deborah Campbell (Drug ‘n Roll, 2002) Red House:
John Lee Hooker (Don’t Look Back, 1997) Buddy Guy (Heaven’s Prisoners OST, 1995) Prince (As Purple House) (Power Of Soul Tribute, 2004) Blue Cheer (Blitzkrieg Over Nuremberg, 1989) David Byrne (Catherine Wheel, 1981) Paul Gilbert (Hendrix Tribute, 1994) Great White (Recovery Live!, 1988) Albert King (Red House, 1996) G3 Live (Rocking in the free World, 2004) Frank Marino & Mahogany Rush (Live, 2004) Gary Moore (Strat Pack Live DVD, 2005) Mick Taylor (Stone’s Throw, 2003) Johnny Winter (Houston Sessions, 2002) May This Be Love:
Eric Gales (Power of Soul, 2004) Emilou Harris (Wrecking Ball, 2005) The Pretenders (Packed, 1990) Foxy Lady:
Blue Cheer (Dining With The Sharks, 1991) Booker T & The MGs (Soul Limbo, 1968) Roy Buchanan (World’s Greatest Unknown Guitarist, 2000) The Cure (Three Imaginary Boys, 1979) Defunkt (Heroes, 1990) G3 (Live In Tokyo, 2005) Eric Gales (That’s What I Am, 2001) Iggy Pop (Iggy in Paris, 2004) Paul Rodgers (Hendrix Set, 1993) |