Eric Clapton
"Clapton"
Label: Reprise Records
Μολονότι γνωρίζω ότι αυτό το review θα αναρτηθεί ανάμεσα σε πολύ διαφορετικά reviews, μολονότι γνωρίζω ότι οι περισσότεροι από τους αναγνώστες αρέσκονται σε πολύ διαφορετικά ακούσματα και ότι το πιθανότερο είναι να το προσπεράσουν, παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην ασχοληθώ με το νέο album ενός από τους σημαντικότερους μουσικούς του τελευταίου μισού του 20ού αιώνα, ενός μουσικού από αυτούς που θα μείνουν στην ιστορία της pop μουσικής ως εκ των πρωτοπόρων, των δημιουργών. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι η πλειονότητα όσων ακούν rock μουσική, σε κάποιο σημείο είτε έχουν ακουμπήσει και προσπεράσει είτε έχουν αποφασίσει να ανακαλύψουν τις ρίζες της μουσικής που αγαπούν και έχουν εντρυφήσει βαθύτερα. Αυτοί που αποφάσισαν να μείνουν, έμειναν πιστοί και αφοσιωμένοι, παρακολουθώντας με συνέπεια. Κάποιοι άλλοι αναγνώρισαν σε αυτή τη μουσική τους guitar heroes που της ανήκουν, με τον ίδιο τρόπο που αναγνωρίζουν τους ανάλογους heroes στα άλλα, σκληρότερα είδη pop μουσικής που παρακολουθούν. Ένας από αυτούς τους ήρωες είναι και ο Eric Clapton, ο μοναδικός, ίσως, λευκός (και δη Βρετανός) κιθαρίστας που εχει καταφέρει να πλησιάσει τόσο πολύ στην ιδιοσυγκρασία του μέσου αφροαμερικανού μπλουζίστα. Και το έχει καταφέρει φέρνοντας τη μουσική των μεγάλων μαύρων μουσικών στις λευκές μάζες, σχεδόν αυτούσια, πρωτόλεια και με σεβασμό μεγαλύτερο από αυτόν που απαιτείται από έναν κιθαρίστα του μεγέθους του. Στην πορεία, συνηθίσαμε να ακούμε τις δημιουργίες του ή τις διασκευές του σε δημιουργίες άλλων, μέσα από τη ρυθμική, σκληρή, για τα δεδομένα της blues, οπτική του και να αφήνουμε τη μουσική του να παρεισφρύει στα πιο rock ακούσματά μας και στις πιο hard επιλογές μας. Αυτό το καινούριο, απλά και ξεκάθαρα ονομασμένο album, έρχεται να μας θυμίσει ότι ο Clapton δεν είναι άλλος ένας rock κιθαρίστας που καταπιάνεται με το blues. Ο Eric Clapton δεν ασχολήθηκε με το blues όταν αυτό έγινε μόδα, ούτε όταν δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Βουτήχτηκε βαθιά στα blues, τα έκανε ανάσα του και δεν τα εγκατέλειψε ποτέ. Ούτε όταν τα τεράστια κοινά που γέμιζαν τις αρένες (και ακόμα το κάνουν), έψαχναν για πιο δυναμικά ακούσματα, για πιο rock καταστάσεις και για πιο mainstream επιλογές. Έτσι για αυτό το album με τον σημειολογικού χαρακτήρα τίτλο, επέλεξε να μην ακολουθήσει την ασφαλή πεπατημένη. Δεν διάλεξε γνωστές blues μελωδίες για να διασκευάσει, δεν επέλεξε να (ξανα) θαμπώσει τον κόσμο με τις αδιαμφισβήτητες κιθαριστικές του ικανότητες σολάροντας ακατάπαυστα όπως άλλοι συνηθίζουν. Αντίθετα, μεταφέρει τον κεντρικό κιθαρίστα (τον εαυτό του δηλαδή) της μπάντας του στο άκρο της σκηνής, στο φόντο του συνόλου και αφήνει τη μουσική του να αναπνεύσει. Δίνει χώρο στα άλλα όργανα όπως οι μπλουζίστες του μακρυνού παρελθόντος, όπως ο ίδιος έκανε στα 60ς πλάι στον Louisiana Red ή τον Sonny boy Williamson. Αφήνει το solo στη φυσαρμόνικα, στο πιάνο, στα πνευστά και συνοδεύει αριστοτεχνικά, σιγοντάρωντας απαλά με τη χαρακτηριστική φωνή του. Αφήνει στην άκρη τους πρωτοπόρους της blues επανάστασης των 60ς και καταπιάνεται με τα blues της δεκαετίας του 20 του 30 και αυτά της ύστερης προπολεμικής περιόδου. Έτσι φέρνει στο προσκήνιο μεγάλους μουσικούς όπως ο Lil’ Son Jackson και ο Snooky Pryor, ο Fats Waller και ο Johnny Burke, ο Lane Hardin χωρίς να ξεχνά ποτέ άλλους όπως ο Little Walter ή ο Robert Wilkins. Είναι, ξέρετε, τόσο μαγικές οι εποχές αυτές για την blues και τη jazz μουσική, όταν η έννοια της pop μουσικής ήταν ακόμα άγνωστος όρος. Όταν η μαύρη μουσική ήταν ακόμα πολύ κοντά στις spiritual ρίζες της και πολύ, πολύ μακρυά από τις τεράστιες αρένες, και τα πολυπληθή ακροατήρια. Επίσης, δεν ξεχνά να φτιάξει νέα, δικιά του μουσική, μαζί με τον, εσχάτως, στενό συνεργάτη του J.J. Cale, ο οποίος συμμετέχει και σαν guest σε αυτό το album. Και όχι μόνος του, καθώς το ensemble είναι μεγαλειώδες. O Allen Toussaint, η νέα, μεγάλη προσδοκία Doyle Bramhall II, οι Walter Richmond, Kim Wilson, Sheryl Crow είναι όλοι εδώ για να συνδράμουν. Και φυσικά, συνοδοιπόρος ο μεγάλος Derek Trucks και πάνω απ’ όλους ο τεράστιος Wynton Marsallis να βοηθά στην αναβίωση της προπολεμικής ατμόσφαιρας του album παντρεύοντας το blues με την κλασσική, αθάνατη jazz. Για να τελειώσουμε όπως ξεκινήσαμε, θεωρώ ότι είναι κρίμα το ότι αυτό το review, πιθανότατα, θα παραπέσει ανάμεσα στα άλλα, πιο ενδιαφέροντα για το μέσο αναγνώστη του περιοδικού. Παρόλα αυτά, όμως, ίσως για αυτούς που θα το διαβάσουν να αποτελέσει μία ευκαιρία να δουν και τον Eric Clapton λίγο διαφορετικά αλλά και την blues μουσική για αυτό που πραγματικά είναι.
|