Serpentine
"A Touch Of Heaven"
Label: AOR Heaven
Το ότι η φωνή του Tony Mills δεν υποκύπτει με το πέρασμα του χρόνου, παραμένοντας ένα αέναο διαμάντι, έχει ειπωθεί κατα ριπάς στο παρελθόν και θα συνεχίσει να λέγεται αποτελώντας βέβαια αξίωμα για τους φίλους του μελωδικού Hard Rock/AOR ιδιώματος. Χρόνια μετά τις κλασσικές στιγμές του χαρισματικού αυτού τραγουδιστή με τους μεγάλους Shy, ο Tony δε δείχνει να επαναπαύεται και παράλληλα με την κύρια ενασχόλησή του, με τους έτερους Νορβηγούς ήρωες TNT (των οποίων – για να λέμε και του στραβού το δίκιο – τα πρόσφατα άλμπουμς δε φαίνεται να συγκαταλέγονται και στις πιο στιβαρές δισκογραφικές τους στιγμές) δεν παύει να συμμετέχει και σε διάφορα project προσδίδοντας κύρος με την μοναδική του φωνή και ερμηνεία. Μπορώ πολύ πρόχειρα να θυμηθώ το “Twilight Of Destiny” των China Blue στα τέλη του 2008 ή το πιο πρόσφατο “A Point Of Destiny” των State Of Rock για του λόγου το αληθές, φτάνοντας αισίως στους Serpentine και το ντεμπούτο τους “A Touch Of Heaven”. Οι Βρετανοί Serpentine αποτελούν το νέο αίμα του μελωδικού ήχου στην Αγγλία κι αυτό μόνο ως ευχάριστο μπορούμε να εκλάβουμε για μια χώρα που, αυτοκαταστορφικά πολλές φορές, τρώει τα ίδια της τα παιδιά και τους νέους ήχους που επιτυχώς έχει παράξει στο πέρας των τελευταίων δεκαετιών. Βέβαια, επί τω έργω κρίνεται ο καλλιτέχνης και σε αυτό θα ανατρέξουμε στη συνέχεια. Ιστορικά αναφέροντας, οι Serpentine αποτελούν δημιούργημα των Gareth David Noon (κίμπορντς), Christopher Gould (κιθάρα) και Gareth Van Stone (μπάσο). Το όνομά τους δεν πηγάζει, όπως θα περίμεναν πολλοί, από το αποκριάτικο έθιμο αλλά αναφέρεται στο ομώνυμο μυθικό τέρας. Με την συμβολή του Αμερικάνου Greg Flores αρχικά στη φωνή, η τελική επιλογή – και για λόγους γεωγραφικούς, υποθέτω – ήταν ο Tony Mills που προφανώς δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβητήσεις. Στα της μουσικής τώρα. Με επίκεντρο τη φωνή του Mills και τα συνήθη tempos που απαντώνται στο melodic Rock/AOR χώρο, το “A Touch Of Heaven” σφίζει από δυναμισμό και όρεξη για κάτι φρέσκο αλλά υπολείπεται αρκετά σε συνθετική μαεστρία και τάση για κάτι το εντυπωσιακό. Χμμμ...αυτό ίσως να ακούγεται λίγο σκληρό οπότε ας αναθεωρήσουμε λίγο επισημαίνοντας ότι σχεδόν όλα τα τραγούδια του CD είναι καλοπαιγμένα και με ενδιαφέρουσα δομή. Το βασικό ‘μείον’ όμως είναι ότι στο τέλος της ακρόασης πιθανότατα δε πολυμένει και κάτι στον ακροατή. Υπάρχει μια παρεμφερής απόχρωση στα μουσικά μέρη σχεδόν σε όλο το tracklist και – χωρίς υπερβολές – υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ότι ακούει παρόμοιες versions για κάποιο λόγο. Είτε είναι η φωνή του Mills που επισκιάζει τα πάντα – αν και ακούγεται και αυτός κάπως επαναλαμβανόμενος στις μελωδικές του γραμμές – είτε το υπόλοιπο ‘προσωπικό’ του συγκροτήματος δεν καταφέρνει να βγάλει στο προσκήνιο μια ξεχωριστή προσωπικότητα. H – κατά τ’ άλλα πολύ καλή – παραγωγή από τον Mark Stuart δεν καταφέρνει να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ φωνητικών και οργάνων και ίσως να είναι κι αυτός ένα λόγος. Αν πρέπει να μιλήσουμε για κάποια highlights στο άλμπουμ αυτό, μάλλον θα σημειώναμε τα “Let Love Rain Down”, “Whatever Heartache”, “Lonely Nights” και “Fashion”. Α, και η διασκευή στο “Unbreak My Heart” της Tony Braxton είναι ξεχωριστή, φέρνοντας το αρχικό τραγούδι στα μέτρα του μουσικού πλαισίου των Serpentine. Το οποίο πλαίσιο, για να ανακεφαλαιώσουμε, οφείλει αρκετά στο pomp στυλ των Styx, Magnum και Asia αλλά (καθώς ο δίσκος συνεχίζει να ‘σπινιάρει’) και στο πιο παραδοσιακό δυναμικό AOR μπαντών σαν τους Shy (ειδικά σε ρυθμικές δομές και solos), ενώνοντας το παρελθόν των θρύλων αυτών με μια πιο σύγχρονη παραγωγή που δύναται να προσεγγίσει και τις πιο νέες γενιές. Συνεπώς: ναι, επενδύουμε γενικά στους Serpentine αλλά, όχι, δεν μένουμε και αποσβολωμένοι. Οι πιο άπιστοι Θωμάδες, δε, μπορεί και να ‘ψειρίσουν τη μαϊμού’ λίγο σκεπτόμενοι “κι άλλο project με τον Mills?”... |